Mister.T: συνέντευξη στον Nίκο Δρογώση & το δώρο του στους ακροατές του Εn Lefko 87.7!

Ο Mister.T, aka Δημήτρης Τεντίνης, είναι από τους “ξενιτεμένους” μας μουσικούς παραγωγούς, που τα τελευταία χρόνια βρίσκει δισκογραφική στέγη στην αμερικάνικη Cοld Busted Records, με έδρα το Los Angeles. Με την ευκαιρία της καινούργιας του κυκλοφορίας, “Black Drop”, μιλάει με τον Νίκο Δρογώση και κάνει δώρο στους ακροατές του En Lefko 87.7 ένα υπογεγραμμένο βινύλιο.

 

  • Δημήτρη, το 2019, συγκεκριμένα ο Ιανουάριος, σε βρίσκει με καινούργια κυκλοφορία στα δισκάδικα, το “Black Drop”. Είσαι ένας από τους παραγωγούς που, μετά από τόσες κυκλοφορίες, έχεις εμβαθύνει όσο λίγοι στην τέχνη του beatmaking. Τι χαρακτηριστικά θέλεις να έχει ένα κομμάτι για να το sample-άρεις; Πότε ένα κομμάτι είναι δηλαδή… άξιο ενασχόλησης;

Το 2018 έκλεισε και το 2019 ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο μουσικά για εμένα, με την κυκλοφορία του νέου μου δίσκου με τίτλο “Black Drop”, ο οποίος είναι ο 6ος κατά σειρά από το 2012 που ξεκίνησα με την Cold Busted Records. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποιος αυστηρός κανόνας με βάση τον οποίο θα sample-άρω κάτι γενικά, αρκεί αυτό να μου αρέσει και να με εμπνέει. Από εκεί και πέρα, φυσικά εξαρτάται και από το εκάστοτε project.

Για παράδειγμα, το “Black Drop” είναι ένα project το οποίο εστιάζει σε αυτό που αποκαλούμε “μαύρη μουσική” και τα διάφορα ρεύματά της, π.χ. funk, soul, hip hop, rhythm ’n’ blues, afro, reggae dub. Στα 12 κομμάτια του άλμπουμ, υπάρχουν αναφορές από τις δεκαετίες του 1930, 1960, 1970, 1990 και φτάνουν μέχρι και σήμερα. Μέσα από αυτό το project, ήθελα να τιμήσω, με τον δικό μου τρόπο και μέσα από την δική μου οπτική γωνία, όλες αυτές τις τεράστιες προσωπικότητες – διάσημες και μη – που κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες επηρέασαν, με τη μουσική τους και τις καταπληκτικές φωνές τους, όλη την ανθρωπότητα και φυσικά κι εμένα. Έτσι, λοιπόν, το sample-άρισμα, μεταξύ άλλων, κινήθηκε πάνω σε αυτή τη λογική, εστιάζοντας κατά προτίμηση σε samples φωνητικών που είναι ίσως ό,τι πιο χαρακτηριστικό.

  • Το reconstruction που κάνεις στα κομμάτια έχει την προσωπική σου σφραγίδα. Έχοντας πολλά χρόνια σπουδές κλασσικής μουσικής στην πλάτη και προερχόμενος από μουσική οικογένεια, έχει αρχίσει να σου δημιουργείται η ανάγκη να συνθέσεις μουσικές 100% δικές σου, χωρίς samples, όπως συνέβη με το Soundboy Burial που γράψατε μαζί με τον Daddy Nek; Πώς σου φάνηκε το να δημιουργείς from scratch;

Το γενικό πλαίσιο της μουσικής που πρεσβεύω χρήζει απαραίτητα της χρήσης samples και αυτό συμβαίνει γιατί έτσι μπορείς να πετύχεις και αποτυπώσεις πιο εύκολα και γρήγορα, και με λιγότερο φυσικά κόστος, το ζητούμενο ηχόχρωμα και την ανάλογη αισθητική. Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι το θέμα της σύνθεσης. Για μένα, δεν έχει μεγάλη διαφορά να επεξεργαστώ και να διαμορφώσω ένα sample και να πάρω μια παραλλαγμένη, κάτω από τους δικούς μου πλέον κανόνες, σύνθεση με το να το γράψω κάτι από το μηδέν. Στο τέλος, θα είμαι το ίδιο ευχαριστημένος και στις 2 περιπτώσεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με vocalist, μιας και στο “Big Day” του 2015 τα 6 από τα 12 κομμάτια ήταν συνεργασίες με vocalists. Απλώς, η διαφορά στο Soundboy Burial είναι ότι αποτελεί την πρώτη φορά που συνεργάστηκα και δούλεψα πάνω σε ανδρικά φωνητικά και όχι γυναικεία.

Το αποτέλεσμα και η εμπειρία να δουλέψω με τον Daddy Nek (aka Νίκος Σωτηρέλλης) ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Το κομμάτι δημιουργήθηκε όντως “from scratch”, όπως είπες κι εσύ. Ο Νίκος άκουσε τη μουσική που είχα γράψει μέσα σε ένα τέταρτο στο αυτοκίνητο, όση ώρα δηλαδή κάναμε για να φτάσουμε στο στούντιο και, πραγματικά και δίχως καμία υπερβολή, το είπε και το γράψαμε με τη μία. Η χημεία ήταν απίστευτη, ένιωσε ακριβώς τι ήθελα από αυτόν, χωρίς να του πω τίποτα. Αυτή ήταν μια έντονη εμπειρία που θα έχω να θυμάμαι χαρακτηριστικά από το “Black Drop”.

  • Ποιο είναι το επόμενο στάδιο για έναν beatmaker; Περισσότερα live; Η δημιουργία μιας μπάντας; Ή τελικά η “μοναξιά” του beatmaker, εκτός από το ότι λύνει πιο εύκολα κάποια πρακτικά θέματα στη διαδικασία της δημιουργίας (ένας τίμιος εξοπλισμός σε ένα δωμάτιο και you re good to go), αποτελεί στάση ζωής και διαδικασία έμπνευσης;

Η απάντηση δεν είναι αντικειμενική και έχει να κάνει ξεκάθαρα με το τι σε γεμίζει περισσότερο. Και τα περισσότερα live είναι ένα ζητούμενο, αλλά και το να φτιάξεις τη δική σου μπάντα είναι μια τεράστια πρόκληση.

Μια μπάντα θέλει πολύ χρόνο, δουλειά και χρήμα, αλλά το δυσκολότερο όλων είναι να βρεις τα κατάλληλα άτομα με τα οποία θα πρέπει να έχεις και μια σχετική χημεία, για να πετύχει το εγχείρημα. Ξέρεις, σε μια μπάντα όλοι θέλουν να είναι πρωταγωνιστές, ο καθένας από το δικό του πόστο και με τον δικό του τρόπο. Η διαχείριση μιας ομάδας ανθρώπων είναι πάρα πολύ δύσκολο πράγμα και θέλει λεπτό χειρισμό. Κι όλο αυτό ξεφεύγει λίγο από την ουσία, που είναι η μουσική, η σύνθεση, το performance. Μιλάμε για κάτι τελείως διαφορετικό από το να είσαι beatmaker στο προσωπικό σου στούντιο, με την ευελιξία που σου παρέχει όλο αυτό, όπως είπες και εσύ. Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για μια αναβάθμιση, απλώς για έναν άλλο δρόμο που σου δίνει άλλες δυνατότητες. Προσωπικά, κάποτε σκεφτόμουν σοβαρά τη δημιουργία μιας μπάντας, πλέον αυτό δεν είναι προτεραιότητα για εμένα.

Η μοναξιά του beatmaker” δεν είναι και τόσο άσχημο, όσο τουλάχιστον μπορεί να ακούγεται. Προσωπικά, περνάω πάρα πολύ όμορφα και με γεμίζει το να κάθομαι στο στούντιο και να πειραματίζομαι – εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζεσαι κάτι παραπάνω. Δεν ξέρω αν αποτελεί στάση ζωής ή αν οδηγήθηκε από τις συνθήκες εκεί το πράγμα, η απομόνωση πάντα έπαιζε, όμως, έναν ρόλο σχετικό στη διαδικασία της έμπνευσης και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία και στην τέχνη γενικότερα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο λειτουργεί κι εδώ.

  • Λίγο πριν αλλάξουμε δεκαετία και μπούμε στο 2020, διακρίνεις κάποια τάση στη μουσική; Ποιο είδος πιστεύεις είναι πιο σχετικό με την εποχή που ζούμε;

Η τάση που κυριαρχεί γενικά τα τελευταία 20 χρόνια, μπορώ να πω, είναι ότι συνεχώς κοιτάζουμε μουσικά προς τα πίσω και προσπαθούμε να αναβιώσουμε ξανά τις χρυσές εποχές της μουσικής με μία καινούρια προσέγγιση. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι παράλληλα και η θεμελιώδης αρχή του beatmaking. Δεν το περιγράφω σαν κάτι το αρνητικό, απλώς είναι κάτι που ίσως θα έπρεπε να μας προβληματίσει, με την έννοια ότι συνεχίζει να μας εμπνέει το παλιό και όχι κάτι καινούργιο και άγνωστο, όχι μια νέα πρόταση, μια νέα σκέψη. Είναι σαν να βρήκαμε ταβάνι ή ένα αδιέξοδο και γι’ αυτό γυρίζουμε πίσω, για να χαράξουμε πάλι πορεία, μήπως και μας βγάλει κάπου αλλού.

Επίσης, ένα άλλο πράγμα που παρατηρώ και στεναχωριέμαι ιδιαιτέρως, είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα πολύ ισχυρό μουσικό ρεύμα “YouTube oriented” στο οποίο δίνεται περισσότερη έμφαση στο οπτικό παρά στο ακουστικό, τόσο από τους δημιουργούς όσο και από το κοινό. Εύκολα κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι μέτρια και ρηχά μουσικά κομμάτια με καταπληκτικά ή εντυπωσιακά βίντεο έχουν τεράστια απήχηση, διαμορφώνοντας το μέσο αυτί με ό,τι συνεπάγεται αυτό, ενώ απίστευτα μουσικά κομμάτια και συνθέσεις περνούν απαρατήρητα. Και στο τέλος, θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Στην ερώτηση λοιπόν για το ποιο είναι το πιο σχετικό είδος με την εποχή που ζούμε, θα έλεγα, όντας αρκετά προβληματισμένος και αντίθετος, το “YouTube oriented”.

  • H Kαβάλα είναι η γενέτειρά σου και ο τόπος διαμονής σου. Γέννημα-θρέμμα! Να περιμένουμε έναν δίσκο με τοπικά samples και ελληνικές συνθέσεις; Ποια είναι τα πλάνα σου ως Mister.T μετά το “Black Drop”;

Έχοντας ζήσει για κάποια χρόνια στην Αθήνα και βλέποντας την κατάσταση εκεί, εκτίμησα περισσότερο την Καβάλα και κάποια πράγματα που θεωρούσα δεδομένα. Είναι πολύ σημαντικά για μένα και την οικογένειά μου το ήρεμο περιβάλλον, η ποιότητα ζωής και οι κάπως πιο χαλαροί ρυθμοί. Αυτό με βοήθησε σε μεγάλο βαθμό και στη μουσική παραγωγή. Βέβαια, μια μικρότερη πόλη στην Ελλάδα ισοδυναμεί με “απομόνωση” σε κάποια θέματα, όπως συναυλίες, φεστιβάλ, καλλιτεχνικά δρώμενα, προσωπική επαφή με άλλους beatmakers, μουσικούς κ.λπ.. Ωστόσο, το διαδίκτυο δείχνει να καλύπτει με επιτυχία το κενό αυτό.

Η ιδέα για έναν δίσκο με τοπικά samples και ελληνικές συνθέσεις είναι πρωτοποριακή και δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό, μέχρι αυτή τη στιγμή που το ανέφερες. Σε γενικές γραμμές, δεν είμαι αρνητικός σε ό,τι αφορά στη μουσική και τη σύνθεση, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν όρια.  Μετά το “Black Drop”, η μουσική παραγωγή θα σταματήσει για ένα διάστημα, καθώς θέλω να επικεντρωθώ στη δημιουργία ενός live-oriented set. Να παρουσιάζω δηλαδή τη δουλειά μου, τα κομμάτια μου με live act και τη βοήθεια αναλογικού εξοπλισμού, όπως drum machines, samplers, synths και διαφόρων εφέ, δίνοντας μια άλλη διάσταση και προσέγγιση στη δουλειά μου. Η σκέψη αυτή με περιτριγυρίζει εδώ και περίπου 2-3 χρόνια και νομίζω πως ήρθε η ώρα να υλοποιηθεί.

  • Δημήτρη, σε ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα και καλοτάξιδη η καινούργια σου κυκλοφορία!

Νίκο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη φιλοξενία και το support. Σου εύχομαι κάθε επιτυχία!