Της Γιώτας Σύκκα

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας εκτιμούσε την τζαζ και την κλασική, αλλά με την ελληνική μουσική δεν τα πήγαινε καλά. Οταν κάποτε γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι, θυμάται ότι του είπε: «Η μουσική σας μου φαινόταν πάντα λυγμική και κοριτσίστικη». Ενώ στον Μίκη Θεοδωράκη: «Εμένα δεν μου έρχονται στα χείλη στίχοι όπως “από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος”».

Μπαίνει στο θέατρο κομψός, ευγενής και τυπικός. Λίγο πριν από την πρεμιέρα της παράστασης «Κ.Π. Καβάφης Αυτοβιογραφούμενος» του Γιάννη Φαλκώνη, ο Κωνσταντίνος Τζούμας με προσκαλεί στο φουαγιέ, δίπλα στην τζαμαρία που βλέπει στο κήπο του Νομισματικού Μουσείου. Προτού αρχίσει η συνέντευξη μιλάει για την Αθήνα, γι’ αυτούς που έφτιαξαν μεγάλα ιδρύματα που έγιναν θεσμοί και τα άφησαν σε ανίκανους κληρονόμους. Μιλάει για τη ομορφιά που καταστρέφεται γύρω μας. Για τον κόσμο που έχει εκπαιδευτεί με άλλες ματιές. «Προπονείσαι μια ολόκληρη ζωή για να μην εκφράζεσαι με λαϊκίστικο τρόπο κι έρχεται μια τάξη πραγμάτων και σου λέει “δεν έχουμε ανάγκη την ομορφιά”. Εδώ και κάμποσα χρόνια φαίνεται ότι ψυχαγωγία είναι ο ζόφος. Δεν πιστεύω πια αυτά που βλέπω στις Μπιενάλε του κόσμου: Η ομορφιά θέλει πολλή δουλειά, ενώ αν κάνεις ένα ψηφιακό κόλπο, ότι δήθεν καταγράφεις την κρίση, όλα είναι εύκολα».

Ο Καβάφης μένει στην άκρη και η ερώτηση μοιραία στρέφεται γύρω από την ασχήμια της καθημερινότητας, τα γκράφιτι και τις καταστροφές: «Οσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει άποψη. Την ημέρα καθαρισμού του Πολυτεχνείου, εμφανίστηκε μια ομάδα με βαμμένα πρόσωπα που υποστήριξε πως ο βανδαλισμός είναι έκφραση!».

Τα λέει και στις εκπομπές του στον «Εν λευκώ» αυτά και γίνεται κακός. «Είμαι πολύ κοινωνικός, θέλω να είμαι με ανθρώπους. Πάντα με ενδιέφεραν οι άλλοι: οι απόψεις τους, πώς ντύνονται, τι λένε. Mέσα από τους άλλους μαθαίνω τον εαυτό μου. Και ούτε προετοιμάζω κάτι. Θέλω να εκτεθώ, να βγω στον αέρα και να μείνω μετέωρος».

Στα 71 του δεν τον ενδιαφέρει να πρωταγωνιστεί. «Είμαι των μετόπισθεν», λέει. Ομως, και εικοσάρης όταν ήταν, και άλλοι προτιμούσαν την ένταση της πολιτικής ανησυχίας, εκείνος εκτιμούσε την τζαζ και την κλασική στο Ηρώδειο με τον Κάραγιαν. Με την ελληνική μουσική δεν τα πήγαινε καλά. Οταν κάποτε γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι, θυμάται ότι του είπε: «Η μουσική σας μου φαινόταν πάντα λυγμική και κοριτσίστικη». Ενώ στον Μίκη Θεοδωράκη: «Εμένα δεν μου έρχονται στα χείλη στίχοι όπως “από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος”».

Σε μια εποχή που οι νέοι ονειρεύονταν να ξεχωρίσουν ως γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες, «εμείς, στο Πασαλιμάνι, ονειρευόμαστε να είμαστε ωραίοι τύποι όπως o Mαστρογιάνι στην “Ντόλτσε βίτα”».

Δύο αδελφές, μητέρα, γιαγιά – οι πρωταγωνίστριες στο σπίτι. «Ηταν ισχνή η εικόνα του μπαμπά σαν πατρική φιγούρα. Ομως, περνούσα εξαιρετικά. Μεγαλώνοντας, όταν οι συνομήλικοί μου μιλούσαν συνωμοτικά για το γυναικείο θέμα, απορούσα για τους συγκαμένους τρόπους τους. Η οικογένειά μας είχε μια κλωστοϋφαντουργία που φαλίρισε, όμως η μητέρα είχε μέτρο και κανόνισε τη συνέχεια. Δυστυχώς “έφυγε” όταν ήμουν 15 ετών. Ετσι πήρα τη ζωή στα χέρια μου».

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην έντυπη και online έκδοση της εφημερίδας Καθημερινή στις 24 Μαΐου του 2015.