H Αννέτα Παπαθανασίου, ηθοποιός η ίδια και σκηνοθέτης της ταινίας «Παίζοντας με τη φωτιά» (από τις 4/9 στον Δαναό), επισκέπτεται την Καμπούλ για να διδάξει την Αντιγόνη του Σοφοκλή και να καταγράψει τη ζωή των Αφγανών καλλιτεχνών, που προσπαθούν να συνδυάσουν την τέχνη και τον πολιτισμό με την σκληρή καθημερινότητα σε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα. Η ίδια μας μιλά για την εμπειρία της, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αλλά και για τους λόγους που θα πρότεινε σε κάποιον να παρακολουθήσει την ταινία της. Συνέντευξη στον Γιώργο Βράτσο.

Γιατί θα προτείνατε σε κάποιον να δει το «Παίζοντας με τη φωτιά»;

Γιατί κατ’ αρχήν είναι τρομερά ενδιαφέρον να γνωρίζει κανείς τι γίνεται σε μια ξένη χώρα, ειδικά όταν πρόκειται για χώρα την οποία γνωρίζουμε μόνο από τα ρεπορτάζ των ειδήσεων. Επιπλέον, το ότι υπάρχει τέχνη, ειδικότερα θέατρο και ηθοποιοί στο Αφγανιστάν, είναι κάτι άγνωστο στον δυτικό κόσμο. Στο «Παίζοντας με τη φωτιά» ερχόμαστε σε επαφή με γυναίκες ηθοποιούς στο Αφγανιστάν και  μαθαίνουμε για τον αγώνα τους και τη ζωή τους. Είναι, πιστεύω, μία σπάνια  καταγραφή. Η ταινία εστιάζει ακριβώς σε αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν σε μια χώρα με εντελώς διαφορετικά ήθη και έθιμα από τα δικά μας. Ξεδιπλώνεται στην οθόνη η ζωή τους, και ειδικότερα η μεγάλη τους αγάπη για την τέχνη, παρά τη γενική κατακραυγή, αλλά και την απάνθρωπη αντιμετώπιση που έχουν στη χώρα τους.

Πως είναι η ζωή των καλλιτεχνών στην Καμπούλ; Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο;

Όπως ξέρουμε, η τέχνη φοβίζει συχνά την εξουσία, και όχι μόνο. Στο Αφγανιστάν τρομάζει και το συντηρητικό κομμάτι της εκεί κοινωνίας. Η τέχνη από την φύση της είναι  ανατρεπτική, ειδικότερα το θέατρο έχει τη δύναμη να αφυπνίζει έναν κόσμο που στο Αφγανιστάν είναι στο μεγαλύτερό του μέρος αναλφάβητος, επομένως μπορεί να λειτουργήσει και εκπαιδευτικά. Αυτό φυσικά τρομάζει τους φονταμενταλιστές, γιατί φοβούνται ότι με την αφύπνιση του κόσμου μπορεί να χάσουν την εξουσία.

Οι φανατικοί θρησκευτικοί ηγέτες και οι Ταλιμπάν, θα προτιμούσαν να μην υπάρχει καμία τέχνη. Την εποχή που κυβερνούσαν οι Ταλιμπάν είχε απαγορευτεί η μουσική, ο κινηματογράφος, ακόμα και η ζωγραφική όταν απεικόνιζε πρόσωπα. Αλλά και στις μέρες μας οι καλλιτέχνες έχουν μεγάλα προβλήματα, ειδικά οι γυναίκες. Σε μια χώρα που η γυναίκα απαγορεύεται ακόμα και να κυκλοφορεί χωρίς την συνοδεία κάποιου άντρα συγγενή της, που δεν επιτρέπεται να ακουμπήσει ένα ανδρικό χέρι αν δεν είναι του άντρα της ή του πατέρα της, και όταν σε μερικά μέρη μπορεί ακόμα και να  λιθοβολιθεί αν απλώς μιλήσει με ξένον άντρα, μπορούμε να φανταστούμε πόση δύναμη χρειάζεται μια γυναίκα για να γίνει ηθοποιός στο Αφγανιστάν. Το θάρρος, η επιμονή και το κουράγιο αυτών των γυναικών, με εντυπωσίασαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Τι ιδιαιτερότητες και ποιες παραπάνω δυσκολίες φέρνει μια απόφαση να γυρίσει μια Ελληνίδα σκηνοθέτης ταινία στο εξωτερικό;

Δεν είναι απλό να γυρίσει κανείς ταινία στο εξωτερικό, ειδικά τώρα που έχουμε στην Ελλάδα την οικονομική κρίση. Ακόμα περισσότερο,  το να πάει  μια Ελληνίδα σκηνοθέτης στο Αφγανιστάν χωρίς χρήματα, προϋποθέτει ισχυρή θέληση και διάθεση για περιπέτεια, χωρίς βέβαια ούτε στιγμή να υπάρχει άγνοια του κινδύνου.  Στο Αφγανιστάν κινδυνεύει κανείς απλά και μόνο επειδή είναι ξένος, είτε να τον απαγάγουν για λύτρα είτε να βρίσκεται στο λάθος σημείο και να σκοτωθεί από μια βόμβα αυτοκτονίας. Όντας γυναίκα και διδάσκοντας την Αντιγόνη του Σοφοκλή στο πανεπιστήμιο της Καμπούλ, είχα ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία, γιατί ήμουν εκτεθειμένη δημόσια μπροστά σε 200 άντρες φοιτητές και καμιά δεκαριά καθηγητές.  Όμως, υπήρχε τέτοια διάθεση και δίψα να γνωρίσουν και να μάθουν για την Ελλάδα οι φοιτητές μου, οι καλλιτέχνες, αλλά και οι απλοί άνθρωποι που γνώρισα εκεί, που με έκανε να ξεχνάω τον κίνδυνο και να χαίρομαι όλη αυτή την επικοινωνία και την ανταλλαγή των ιδεών.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να είναι κάποιος προετοιμασμένος πολύ καλά για τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή που επισκέπτεται και να μην προκαλεί. Ο βασικός μου φόβος σαν σκηνοθέτης, ήταν ότι είχα συνεργάτες που ταξίδεψαν θαρραλέα μαζί μου, ακολούθησαν την ιδέα μου, κάναμε γυρίσματα σε μια επικίνδυνη περιοχή, και δεν ήθελα καθόλου να κινδυνεύσουν. Για αυτό και προσπάθησα να μένουμε σε ένα όσο το δυνατόν ασφαλές ξενοδοχείο, και να έχουμε έμπιστο μεταφραστή και οδηγό. Φυσικά  για την Ελλάδα της οικονομικής ύφεσης, η χρηματοδότηση ενός τέτοιου εγχειρήματος ήταν πολύ δύσκολη, έως αδύνατη.

Τελικά, ποιος ρόλος σας ταιριάζει περισσότερο… της σκηνοθέτη ή της ηθοποιού;

Πολύ δύσκολη απάντηση.  Δεν νομίζω ότι ποτέ θα πάψω να αγαπάω την σκηνή ή να παίζω σαν ηθοποιός. Μου αρέσει να χάνομαι σε έναν ρόλο και να ακολουθώ οδηγίες σκηνοθέτη, να μην χρειάζεται να έχω την ευθύνη όλης της παράστασης αλλά να ασχολούμαι μόνο με τον ρόλο μου και τον χαρακτήρα που υποδύομαι. Είναι θαυμαστό, ξεχνάς τα δικά σου προβλήματα, μπαίνεις στα ζητήματα του ρόλου σου και εκεί προσπαθείς να δημιουργήσεις. Πιστεύω ότι η υποκριτική σε μένα λειτουργεί σαν ψυχοθεραπεία.

Η σκηνοθεσία από την άλλη μεριά, ειδικά με τις ταινίες ντοκιμαντέρ που καταπιάνομαι, με βοηθάει να γνωρίζω σε βάθος πολιτισμούς, χώρες και ανθρώπους, που με κανέναν άλλο τρόπο δεν θα τους γνώριζα. Μετά τα γυρίσματα μου αρέσει  να κάθομαι στο μοντάζ και να φτιάχνω από ένα παζλ εικόνων μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος και να την μοιράζομαι με το κοινό. Σαν σκηνοθέτης μπορώ να καταθέτω τις δικές μου ιδέες, να τις εκτελώ και να έχω την ευθύνη του αποτελέσματος.

Φυσικά οι συνεργάτες είναι το πιο σημαντικό από όλα. Στην ταινία «Παίζοντας με τη φωτιά» ήταν πολύ σημαντική η συνεργασία μου με τον Δημήτρη Κορδελά, διευθυντή φωτογραφίας, με τον οποίο έχουμε δουλέψει μαζί ξανά στις χώρες Αφγανιστάν και Πακιστάν. Και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω αυτήν την ταινία αν δεν είχα τον Χρόνη Θεοχάρη, μοντέρ, την Φωτεινή Οικονομοπούλου παραγωγό (που μαζί είχαμε όλη την αγωνία της υλοποίησης της ιδέας), τον Μίκη Μοδιάνο παραγωγό που μας εμπιστεύτηκε, και επίσης την Γιάννα Μπρατσιάκου δημοσιογράφο και την Μαρία Χριστίνα Κριθαρά, μουσικό,  που αν δεν είχα την υποστήριξή τους, όλες αυτές τις ταινίες δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν.

Ποια η ανταπόκριση του κοινού της Θεσσαλονίκης στην ταινία μιας και προβλήθηκε αρχικά στην συμπρωτεύουσα;

Ηταν πολύ θετική. Πολλοί γνωρίζουν το Αφγανιστάν μόνο από τις ειδήσεις και ήταν μεγάλη έκπληξη για τον περισσότερο κόσμο το θέμα της ταινίας, δηλαδή το θέατρο και οι γυναίκες ηθοποιοί στο Αφγανιστάν. Κάτι που για μας είναι αυτονόητο, εκεί χρειάζεται συνεχής πάλη και αγώνας για να εδραιωθεί.

Ποια θα είναι η πορεία της ταινίας μετά την προβολή της στον Δαναό;

Θα επιδιώξουμε να στείλουμε την ταινία σε φεστιβάλ στο εξωτερικό. Έχει ήδη πάει σε αρκετά φεστιβάλ που έχουν θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης μας ενδιαφέρουν και τα τηλεοπτικά κανάλια. Έχει ήδη προβληθεί στη Σουηδία, αναμένουμε να προβληθεί στον ΟΤΕ ΤV σύντομα και ελπίζουμε και σε επόμενες προβολές, είτε στην Ελλάδα  είτε στο εξωτερικό.

Η ταινία της Αννέτας Παπαθανασίου «Παίζοντας με τη φωτιά» θα προβάλλεται από την Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου στον κινηματογράφο Δαναό, με την υποστήριξη του En Lefko 87.7.