Baby Guru

Οι Λατέρνατιβ κάνουν Ντου στους Baby Guru.

Είναι δύσκολο να μιλάμε με τους Baby Guru. Όταν η οικειότητα με κάποιον ξεπερνά τα μέγιστα αποδεκτά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να γίνει κανονικά μια συνέντευξη (ή ακόμα και μια κριτική παρουσίαση ενός δίσκου), αποδεικνύεται σχεδόν απίθανο να τηρηθεί το σχήμα «ερώτηση – απάντηση – follow up – πάμε παρακάτω». Όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο του Γιάννη Δρακουλίδη για να συναντήσουμε τους Baby Guru στο στούντιο/ησυχαστήριο/κρησφύγετο στο αδιέξοδο πίσω από την Κηφισίας (κοντά στις μυθικές κρέπες), το γνωρίζαμε πολύ καλά. Και γι’ αυτό τους είχαμε προειδοποιήσει ότι ανεβαίνουμε με πολεμική διάθεση να αναβιώσουμε την απολαυστική αντιπαράθεση που είχαμε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου το περασμένο καλοκαίρι στα Διακονήσου (στο πλαίσιο του Up Festival). Όχι καβγά, αλλά μια κουβέντα off the record. Τους κατηγορήσαμε για το attitude που έχουν εκείνοι αλλά και τα υπόλοιπα συγκροτήματα της «φάσης» χωρίς να δικαιολογείται από το βιογραφικό τους. Μας επέστρεψαν τα βέλη με αναφορές στην «χιψτερική δημοσιογραφία του ιστορικού τριγώνου». Τους είπαμε «αυτά να τα λέτε στους κολλητούς σας που σας γλύφουν», καταλήξαμε μοιραία στο «δεν ξέρετε να παίζετε ή να διαβάζετε μια νότα και θέλετε να κάνετε και μουσικοκριτικές». Στο ενδιάμεσο μπορεί να θάψαμε και λίγο. Μπορεί και πολύ. Και πριν, και μετά, κάναμε όπως πάντα ωραίες συζητήσεις υπεραναλύοντας τον περσινό δίσκο των Daft Punk, την ιδεολογική κόντρα του progressive rock με το new wave, τα δικαιώματα των φαρμακοποιών και τις υποχρεώσεις των κοριτσιών. Γενικώς και ειδικώς. Και πορνογραφικώς, αφού ήταν εκεί ο King Elephant (Γιάννης Καρράς).

Εντάξει, με το που πατηθεί το on στο κασετοφωνάκι, προφανώς αυτά δεν επαναλαμβάνονται. «Μαλάκες θα μας κάνετε κανονικές ερωτήσεις αυτή τη φορά, όπως έρχονται όλοι οι υπόλοιποι», λέει ο Prins Obi (Γιώργος Δημάκης). Για να πάρει την πληρωμένη απάντηση, «αφού πάλι μόνος σου θα μιλάς, θες να γράψεις μόνος σου κι άλλη συνέντευξη;». Καθόμαστε χυμένοι στους καναπέδες του σαλονιού που βρίσκεται στο σπίτι του Γιάννη, εκεί που είναι και το περίφημο στούντιο της μπάντας. Οι ρόλοι τους δεν έχουν αλλάξει καθόλου από την πρώτη φορά που μπήκαμε εκεί μέσα, τέσσερα χρόνια πριν παραμονές του ντεμπούτο άλμπουμ τους με το “Marilou”.

Ο Δημάκης είναι ο spokesperson της μπάντας. Είναι ο fromtan, ο βασικός στιχουργός, ο θεωρητικός, ο πιο εξωστρεφής, εκείνος που χειρίζεται καλύτερα το λόγο και ξέρει πώς να δώσει στο δημοσιογράφο αυτό που θέλει μετά από μερικές εκατοντάδες ώρες πτήσης-ανάγνωσης μουσικού τύπου. Ο Καρράς, ο πολυοργανίστας (όπως λίγο πολύ όλοι τους) μάγειρας του ήχου της μπάντας ενσαρκώνει τον τύπο που θα κάνει τα gangs, Θα πει το χοντροκομμένο αστείο, θα πετάξει ένα μπινελίκι στη μέση της κουβέντας και θα είναι ο λιγότερο διπλωματικός – «και τι σε νοιάζει εσένα πώς και γιατί έφτιαξα με τον τάδε τρόπο το τραγούδι;». Ο Sir Kosmiche (Άξιος Ζαφειράκος – μπάσο, κιθάρες) είναι ο ντροπαλός, «μόνο αυτόν συμπαθούμε ρε, το καλύτερο παιδί» πειράζουμε συνεχώς τους άλλους δύο. Έχοντας ζήσει από κοντά σχεδόν όλες τις μπάντες της «νέας ελληνικής αγγλόφωνης σκηνής», μάλλον δε συναντάς πουθενά τέτοιου είδους δέσιμο σαν και των τριών τους. Γνωρίζονται από πολύ μικροί, έχουν υπερανεπτυγμένους εσωτερικούς κώδικες που θυμίζουν αίρεση τριών ατόμων, αλληλοσυμπληρώνονται και – το κυριότερο – ακόμα και μέσα στη συζήτηση, αλληλοπροστατεύονται. Γενικά δεν βγαίνουν και πολύ, δεν συναθροίζονται με «τον κόσμο του ιστορικού τριγώνου». Τον περισσότερο τους χρόνο τον περνάνε μαζί στο στούντιο όπου παίζουν μουσική, φυσική συνέχεια από τα τζαμαρίσματα στο σχολείο. Σχεδόν περηφανεύονται γι’ αυτό, για τη «μη κοσμική» τους φύση, και πάντα κλωτσάνε όταν αναφέρονται ως μέλη κάποιας σκηνής. Και είναι η αλήθεια ότι τουλάχιστον στο επίπεδο των επιρροών, διαφέρουν. Δεν αναπαράγουν το post punk/shoegaze/90s lo-fi πρότυπο, κομπάζουν ότι «δε φτιάχνουν μελαγχολική μουσική βασισμένη στα μινόρε». Μπορούν, ειδικά ο Obi, να επιχειρηματολογούν με τις ώρες για τον άδικο αφορισμό του progressive και να προσεύχονται και οι τρεις στο Άγιο Kraut των Can και των Neu!

Είμαστε εκεί για το Marginalia, το τρίτο τους άλμπουμ, κι αυτό στην Inner Ear. Αυτό που προβάλλεται ως το πιο φιλόδοξο μέχρι τώρα. Θες γιατί λίγο το promo της πατρινής ετικέτας κάνει λόγο για «την πιο pop δουλειά τους μέχρι τώρα» (ισχύει αρκεί να ακούσεις το “Baby You’re So Weird”), θες γιατί η συνεργασία στο επίπεδο της διανομής με το γερμανικό τμήμα της Rough Trade και η σχετική επιτυχία του προηγούμενου δίσκου, Pieces, σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία δημιουργούν προσδοκίες ότι μπορεί να γίνει το breakthrough. Ότι μπορεί να μεγαλώσει η λίμνη και να παίξουν σοβαρή μπάλα στο εξωτερικό. Σε κάποια αποστροφή της κουβέντας τους ξεφεύγει «ναι, εδώ είμαστε “βασιλιάδες”, οι δίσκοι πήγαν όσο καλά μπορούν να πάνε σε μια αγορά σαν την ελληνική, τα live μας γίνονται πια sold out, σημασία έχει το επόμενο βήμα».

Το εξωτερικό δηλαδή. Μια πολύ μεγάλη και διφορούμενη υπόθεση. Άλλες μπάντες θεωρούν «διεθνή επιτυχία» να εμφανιστεί ένα κομμάτι τους σε κάποιο site η blog με κατάληξη διαφορετική του “.gr”. Το ίδιο και κάποια μίντια. Άλλοι θεωρούν επιτυχία να κάνουν 1-2 συναυλίες έξω. Άλλοι ένα δεκαπενθήμερο τουρ ή να κυκλοφορήσουν σε label του εξωτερικού. Οι Baby Guru θέλουν να μπορέσουν να ζήσουν από τη μουσική. Αυτός είναι ο στόχος. Που μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο εξωτερικό για τους γνωστούς περιορισμούς. «Πήγαμε καλά στη Γαλλία με το Pieces, υπήρξαν δημοσιεύματα, παίξαμε και στο Europavox, υπάρχει τώρα αυξημένο ενδιαφέρον για συναυλίες. Αλλά πρόσφατα ακυρώσαμε και μια περιοδεία σε ευρωπαϊκές χώρες. Είναι σκότωμα στην ηλικία και στην κατάστασή μας να μπούμε σε ένα φορτηγάκι και να γυρίσουμε την Ευρώπη στο αβέβαιο. Και, κυρίως, δεν μπορούμε να το κάνουμε πληρώνοντας από την τσέπη μας».

Αυτή είναι καλή πάσα. Τους προβοκάρουμε απευθείας. Μήπως παραείναι βολεμένοι;Μήπως το βλέπουν εκ του ασφαλούς; Ο γενικός, κλισέ μεν αληθινός δε, κανόνας θέλει τους σπουδαίους μουσικούς να πέτυχαν ακριβώς επειδή ήταν είτε οριακά απελπισμένοι είτε εξωφρενικά φιλόδοξοι. Το δέχονται, αλλά για να τη ρίξουν τη ζαριά πρέπει να υπάρχει και μια προοπτική. «Θέλει λεφτά για να ασχοληθείς στα σοβαρά με το κυνήγι του εξωτερικού αν είσαι από την Ελλάδα. Για να μετακινηθείς, για να κοιμηθείς, για να κατευθύνεις σωστά το promo σου».

Αναφέρουμε το χαρακτηριστικό παράδειγμα των Temples με τους οποίους έγιναν πέρυσι φίλοι σε ένα φεστιβάλ στην Ολλανδία. Εκείνοι μόλις κυκλοφόρησαν το παρθενικό τους άλμπουμ μέσα σε έναν ορυμαγδό δημοσιευμάτων, συνεντεύξεων κι εμφανίσεων για ένα δίσκο που είναι σίγουρα πιο εμπορικός αλλά σε καμία περίπτωση πληρέστερος του Marginalia. Οι συγκρίσεις είναι βέβαια απογοητευτικές. Κι απαγορευτικές. Η αλήθεια είναι ότι οι Baby Guru 30ριζουν, οι δύο (Obi και Kosmiche) έχουν κανονικές πρωινές δουλειές – φαρμακείο και λογιστικό γραφείο, αντίστοιχα – ενώ ο Καρράς προσπαθεί να τα βγάλει πέρα από τη μουσική, παλιότερα ως σεσιονάς τώρα και ως παραγωγός (ετοιμάζει, μεταξύ άλλων, τον δίσκο των My Drunken Haze). Δεν είναι απλή απόφαση να τα παρατήσεις, για να κυνηγήσεις κάτι που, κακά τα ψέματα, καμία άλλη ελληνική μπάντα δεν πέτυχε ποτέ. Εδώ, βέβαια είναι η στιγμή που πετάγεται ο Καρράς και λέει «ότι θέλουμε θα κάνουμε ρε μαλάκες, λογαριασμό θα σας δώσουμε;». Case is closed.

«Το Marginalia είναι ο πιο δημοκρατικός δίσκος που έχουμε κάνει γιατί συμμετέχουμε όλοι το ίδιο μουσικά», λέει ο Obi, περιγράφοντας στη συνέχεια τη διαδικασία. «Ο καθένας φέρνει τις ιδέες του και στη συνέχεια τις επεκτείνουμε δουλεύοντας όλοι μαζί πάνω τους. Είναι επίσης ο πρώτος δίσκος που θέλουμε να πούμε κάτι παραπάνω με τον στίχο. Στους προηγούμενους απλά τοποθετούσαμε στιχάκια, κάπως σαν mantra, που ταίριαζαν ή εξυπηρετούσαν τη μελωδία». Την περιμέναμε την αναφορά στους στίχους για να προβοκάρουμε. Γιατί έχουν χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά ελληνικούς στίχους στο “Exegesis”; Το έχουν κάνει υπολογιστικά, καιροσκοπικά, κλείνοντας στο μάτι τόσο εντός όσο κι εκτός (πουλώντας φολκλόρ) Ελλάδας; «Απλά ταίριαζε, εξάλλου είναι μόνο ένα τετράστιχο, δε θα είχαμε πρόβλημα να τραγουδήσουμε ελληνικά αν υπήρχαν οι κατάλληλοι στίχοι. Είμαστε επηρεασμένοι από τους Poll (σ.σ. το συγκεκριμένο track μοιάζει κατευθείαν βγαλμένο από το θρυλικό «ταγάρι») που ακούγαμε αρκετά ενώ γράφαμε, ενώ προφανώς ακούμε και δεν απορρίπτουμε τα “ελληνικά”. O Μπάλος του Σαββόπουλου είναι ένας ιστορικός δίσκος, υπάρχουν δουλειές του Θεοδωράκη που μιλάνε σε αυτό που κάνουμε, ενώ για τον Χατζιδάκι τι να πούμε που δεν έχει ειπωθεί; Τεράστιος». Στεκόμαστε λίγο παραπάνω στο θέμα της γλώσσας. Μήπως τα ελληνικά είναι το διαβατήριο όχι για να βγεις στο εξωτερικό αλλά για να πετύχεις σε ένα ευρύ ακροατήριο εντός έδρας όπως συνέβη με Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά, Στέρεο Νόβα; Δεν το αρνούνται, αλλά ο Obi («πάλι μόνος σου μιλάς», παρατηρεί ο Άξιος) βάζει και την παράμετρο ότι γενικά τα πράγματα συμβαίνουν σε μικρότερη κλίμακα πια. «Ποια είναι η τελευταία μπάντα, για indie αναφέρομαι πάντα, που γέμισε στάδια; Μάλλον οι Radiohead. Μη μου λέτε για τους Arcade Fire, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί γίνεται τόσο μεγάλος θόρυβος – τους θεωρώ μέτριους κι αυτό φάνηκε πανηγυρικά στον τελευταίο τους δίσκο».

Συνεχίζουμε τις προκλήσεις, «Πόσα αστεράκια θα βάζατε στον δίσκο σας;». Είναι το θέμα που γουστάρουμε να τσακωνόμαστε σε κάθε ευκαιρία. Φυσικά αρνούνται. Δεν δέχονται ότι κάποιος έτσι απλά μπορεί να βάλει αστεράκια σε οποιοδήποτε δίσκο, ξαναλέμε κι εμείς με τη σειρά μας το επιχείρημα της υπερπροσφοράς και τελικά αποσπάμε on tape την ομολογία τους ότι όντως οι κριτικές (μπορεί και να) βοηθούν τον κόσμο να διαλέξει μουσική.

Προσπαθούμε να βάλουμε και τον Καρρά στην κουβέντα, ο οποίος θέλει να μιλάει μόνο με κλειστό το recorder και είτε παίζει με τον σκυλάκο Λάρι που είναι η μασκότ του γκρουπ είτε πηγαινοέρχεται σε υπολογιστή και κουζίνα. Έρχεται η συζήτηση στα νερά του, στην παραγωγή, κι όλοι μαζί (άλλωστε κι ο Obi έχει πρόσφατα υπογράψει παραγωγικά τον δίσκο του KU) συμφωνούν ότι στην Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται επαγγελματικά η διαδικασία της παραγωγής. Ή ότι εντάξει, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αφού η τεχνολογία έχει προχωρήσει τόσο που ο καθένας έχει ένα στούντιο μέσα στο σπίτι του και μπορεί να βγάζει αριστουργήματα, π.χ. ο Panda Bear. Άλλο ένα σημείο που διαφωνούμε. Όχι στην ύπαρξη του bedroom producer, αλλά στο μεγαλείο του μέλους των Animal Collective.

(το πρώτο video clip από το νέο δίσκο σε σκηνοθεσία Blicker)

Ξαναμιλάμε περί «σκηνής» με αφορμή την ελληνόστιχη έκπληξη του Marginalia. Πιστεύουμε ότι, έστω και ως «εξωτικό φρούτο» η τοπική πινελιά είναι κάπως απαραίτητη. Και πιθανώς εμπορικά θεμιτή. Γενικά κι αόριστα συμφωνούν, αλλά επίσης γενικά δεν βλέπουν πώς μπορεί να γίνει να εναρμονιστούν όλοι πίσω από έναν κοινό ήχο. Να φτιάξουν την «σκηνή της Ελλάδας ή της Αθήνας», σε μικρότερη έστω κλίμακα αυτού που κάποτε βγήκε από Μπρίστολ ή Σιάτλ. Τοπικισμός που μάλλον έχει εξασθενήσει λόγω του ίντερνετ. Όπως είπαμε και παραπάνω δε συνδιαλέγονται με τις άλλες μπάντες πέραν λίγων που είναι ούτως ή άλλως φίλοι τους. «Δηλαδή να το κάνουμε με το ζόρι; Συνδικαλιστικά; Αυτό, στο οποίο πρέπει όλοι να συμφωνήσουμε είναι να διεκδικούμε καλές συνθήκες για τα live και να πληρωνόμαστε κάθε φορά παίζουμε. Πώς μπορεί, όμως, να συμβεί αυτό όταν δεν είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο;».

Κι όμως η Ελλάδα είναι στο επίκεντρο, όχι μόνο ειδησεογραφικά αλλά και πολιτιστικά τα τελευταία χρόνια. Μόνο που στο κομμάτι της μουσικής δε φτιάχτηκαν επίκαιροι δίσκοι που, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαν να προκαλέσουν Lanthimos effect. Δε φτιάχτηκε το μουσικό greek weird wave που θα έβαζε ένα ελληνικό γκρουπ σε κάθε σημαντικό μουσικό φεστιβάλ, όπως είναι περιζήτητες οι ελληνικές ταινίες στα αντίστοιχα κινηματογραφικά. Απάντηση δεν είχαν οι Baby Guru. Ούτε κι εμείς. Ίσως γιατί δεν υπάρχει. Έτσι κι αλλιώς και τους δύο απασχολούσαν άλλα πράγματα. Εμάς να καταφέρουμε να βάλουμε σε τάξη το χάος μιας πιο-χαλαρή-δε-γίνεται συνομιλίας. Κι εκείνους να κατακτήσουν τον κόσμο με εισιτήριο το Marginalia. Αφού διαβάζετε αυτό το κείμενο, εμείς τα καταφέραμε.

Σειρά τους τώρα.

Το Marginalia κυκλοφορεί από την Inner Ear.

Πηγή: Popaganda.gr

Θυμηθείτε παρακάτω την εμφάνιση των Baby Guru στα 5/25 Live Sessions και δείτε εδώ ένα μικρό απόσπασμα από το live τους στο En Lefko Festival 2014.